γουνόομαι

γουνόομαι (also -έομαι, Hsch.), [var] contr. -οῦμαι,
A = γουνάζομαι, only [tense] pres. and [tense] impf.,

γουνοῦμαι Il.21.74

, Od.6.149
, Archil.75, Anacr.1.1, etc.;

γουνούμην Od.11.29

;

γουνοῦσθαι 10.521

;

γουνούμενος 4.433

, etc.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γουνούμεθα — γουνόομαι pres ind mp 1st pl γουνόομαι imperf ind mp 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γουνούμεσθα — γουνόομαι pres ind mp 1st pl γουνόομαι imperf ind mp 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γουνουμένῳ — γουνόομαι pres part mp masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γουνοῦμαι — γουνόομαι pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γουνοῦσθαι — γουνόομαι pres inf mp …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γουνοῦται — γουνόομαι pres ind mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γουνοῦτο — γουνόομαι imperf ind mp 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γουνούμεναι — γουνόομαι pres part mp fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γουνούμενοι — γουνόομαι pres part mp masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γουνούμενος — γουνόομαι pres part mp masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γουνούμην — γουνόομαι imperf ind mp 1st sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.